Διαταραχή Πανικού

Κλινική εικόνα - Αιτιολογία

Η κρίση πανικού συνήθως εκδηλώνεται ως «κεραυνός εν αιθρία», αιφνιδιάζοντας και ενίοτε τρομοκρατώντας τον πάσχοντα, αφού πρόκειται για ένα έντονο και πρωτόγνωρο για εκείνον ψυχικό και σωματικό βίωμα. Καθώς αδυνατεί να καταλάβει γιατί συνέβη, αισθάνεται ενοχές και κατηγορεί τον εαυτό του ότι δικές του αδυναμίες ή λάθος χειρισμοί πιθανώς οδήγησαν στα συμπτώματα πανικού, κάτι που δεν ισχύει στην πραγματικότητα.

Τα συμπτώματα κορυφώνονται σε μέγιστο χρονικό διάστημα 10 λεπτών και είναι ψυχολογικά (έντονο άγχος, δυσφορία, φόβος, ενίοτε ψυχικός τρόμος, αίσθημα αποξένωσης από τον εαυτό του -αναφέρει ότι νιώθει σαν να «βγαίνει από το σώμα του»), πεποίθηση ότι θα «χάσει τα λογικά του» και ότι θα πεθάνει ή θα λιποθυμήσει) και σωματικά (αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, εφίδρωση, δυσχέρεια στην αναπνοή, αίσθημα βάρους στο στήθος, μουδιάσματα, αίσθημα αστάθειας).

Η προσβολή πανικού δεν συνιστά από μόνη της ψυχική διαταραχή και δεν συνεπάγεται αυτονόητα τη διάγνωση «Διαταραχή Πανικού», καθώς παρατηρείται και σε άλλες ψυχικές διαταραχές. Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή στη διαγνωστική προσέγγιση, καθώς πολλές φορές τα σωματικά συμπτώματα που αναφέρονται παραπάνω συγχέονται με εκείνα του εμφράγματος του μυοκαρδίου ή της στηθάγχης.

Είναι σύνηθες φαινόμενο ο ασθενής να επισκέπτεται καρδιολόγο (συχνά και σε τμήμα επειγόντων περιστατικών λόγω της αγωνιώδους αίσθησης ότι έχει πάθει έμφραγμα ) και, αφού οι σχετικές εξετάσεις βγουν αρνητικές, ο καρδιολόγος να τον παραπέμψει σε ειδικό της ψυχικής υγείας.

Η Διαταραχή Πανικού είναι μια αγχώδης διαταραχή, με αιφνίδιες και επαναλαμβανόμενες κρίσεις πανικού, επίμονη ανησυχία και αίσθηση ότι θα ακολουθήσουν κι άλλες, μόνιμο φόβο ότι θα πάθει «έμφραγμα», «συγκοπή» ή ότι θα «τρελαθεί» και αλλαγές στη συμπεριφορά (π.χ. αποφυγή σκέψεων, καταστάσεων, τόπων, συναισθημάτων κ.τ.λ. που θυμίζουν ή συνδέονται με τις προηγούμενες κρίσεις).

Ειδικά ο συνεχής φόβος ότι από στιγμή σε στιγμή θα εκδηλώσει ξανά κρίση πανικού του δημιουργεί έντονη ανασφάλεια και αίσθημα ανημποριάς, τον ωθεί να μη θέλει να βρεθεί ανάμεσα σε πολύ κόσμο, ούτε σε κλειστούς χώρους όπου η διαφυγή θα είναι δύσκολη, κάτι που επηρεάζει αρνητικά την καθημερινότητά του και τις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους.

Πριν από την κρίση πανικού συνήθως έχει προηγηθεί περίοδος έντονου στρες, χωρίς όμως να αποκλείεται η εκδήλωση της εν μέσω σχετικής ηρεμίας δίχως κάποιο στρεσσογόνο συμβάν. Στην αιτιοπαθογένεια της Διαταραχής Πανικού εμπλέκονται τόσο ψυχοκοινωνικοί και γνωσιακοί παράγοντες όσο και νευροβιολογικοί, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τη διατήρηση του φόβου και της αγωνίας ότι οι κρίσεις θα επαναληφθούν.

Επιδημιολογία – Συνοδές παθήσεις

Είναι μία από τις πλέον συχνές αγχώδεις διαταραχές, καθώς η συχνότητά της αυξάνεται διαρκώς. Οι γυναίκες πάσχουν πιο συχνά από τους άνδρες (η αναλογία κυμαίνεται από 2/1 έως 3/1). Η έναρξη τοποθετείται συνήθως στα τελευταία χρόνια της εφηβείας και στην αρχή της ενήλικης ζωής, χωρίς όμως να αποκλείεται και πιο όψιμη έναρξη.

Μπορεί να συνοδεύεται από αγοραφοβία, κατάθλιψη, κατάχρηση αλκοόλ και τοξικών ουσιών και ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.

Θεραπεία

Η έγκαιρη αντιμετώπιση των πρώτων κρίσεων πανικού είναι εξαιρετικά σημαντική, με κύριο στόχο να εμποδίσουμε τις κρίσεις να αυξηθούν σε ένταση και αριθμό και να ανακουφίσουμε τον ασθενή από το μόνιμο φόβο του ότι θα επανέρθουν, βελτιώνοντας έτσι την πορεία και την πρόγνωση της διαταραχής. Είναι σημαντικό να καθησυχάσουμε τον πάσχοντα, ο οποίος βίωσε έναν ψυχικό τρόμο και σε μία στιγμή άλλαξε τον τρόπο που αντιμετωπίζει τη ζωή και την καθημερινότητά του, και να τον πείσουμε ότι τα συμπτώματά του μπορούν να αντιμετωπιστούν.

Η θεραπεία της διαταραχής αυτής συνήθως συνίσταται σε συνδυασμό γνωσιακής-συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας και φαρμακευτικής αγωγής (όπως εσιταλοπράμη, παροξετίνη κ.τ.λ.). Οι περισσότερες παρενέργειες των φαρμάκων αυτών είναι κατά κανόνα παροδικές (με συνηθέστερες: ναυτία, έμετος, γαστρική δυσφορία, εφίδρωση, κεφαλαλγία, σεξουαλική δυσλειτουργία, μείωση της όρεξης) και υποχωρούν μετά από διάστημα 2-4 εβδομάδων, οπότε και εμφανίζεται η έναρξη της θεραπευτικής τους δράσης.

Δρ. Δημήτριος Δημητριάδης, Ψυχίατρος, Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών

bot01bot02bot03