Κατάθλιψη σε ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη

Δέκα στους εκατό Έλληνες πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ), οι περισσότεροι εκ των οποίων παραμένουν αδιάγνωστοι. Πρόκειται για μια παγκόσμια επιδημία, με κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις. Αυτό ισχύει κυρίως για το ΣΔ τύπου 2, ο οποίος οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην παχυσαρκία (μια ακόμη παγκόσμια επιδημία).

Τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και της Διεθνούς Οργάνωσης Διαβήτη το 2015, δείχνουν ότι περισσότερα από 382 εκατομμύρια άτομα πάσχουν από ΣΔ τύπου 2 σε όλο τον κόσμο και θα αυξηθούν σε 592 εκατομμύρια έως το 2035.

Ως μεταβολική νόσος με πολλαπλές δυνητικές επιπλοκές, χρήζει συνεχούς παρακολούθησης από ειδικευμένους ιατρούς όπως διαβητολόγο, οφθαλμίατρο και καρδιολόγο.

Εξίσου σημαντικό, όμως, είναι και το ψυχολογικό φορτίο που κουβαλούν τα άτομα με ΣΔ και η πτωχή ποιότητα ζωής που απορρέει από αυτό. Οι διαβητικοί ασθενείς πάσχουν συχνά από ψυχιατρικά συμπτώματα, τα οποία υπό το βάρος των καρδιαγγειακών και άλλων σημαντικών συνοδών παθήσεων του ΣΔ, συχνά αμελούνται ή υποδιαγνώσκονται.

Εάν δεν αντιμετωπισθεί κατάλληλα και έγκαιρα η ψυχοπαθολογία των ατόμων αυτών, είναι πολύ δύσκολο να επιτευχτεί η απώλεια βάρους (στην περίπτωση του ΣΔ τύπου 2), η σωστή ρύθμιση της υπεργλυκαιμίας και η αναχαίτιση των συνοδών επιπλοκών.

Σακχαρώδης Διαβήτης

Ο ΣΔ τύπου 1 οφείλεται σε απουσία έκκρισης ινσουλίνης λόγω αυτοάνοσης καταστροφής των κυττάρων β του παγκρέατος που την παράγουν, ενώ ο ΣΔ τύπου2 σε αυξημένη αντίσταση στη ινσουλίνη και/ή ελαττωμένη έκκριση ινσουλίνης. Ανεξαρτήτως τύπου, ο ΣΔ αποτελεί μια χρόνια διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων, που έχει ως αποτέλεσμα παθολογική υπεργλυκαιμία και πολυάριθμες επιπλοκές (όπως η διαβητική νεφροπάθεια, η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, η στεφανιαία νόσος, η περιφερική αγγειοπάθεια και το ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο).

Τα τυπικά συμπτώματα περιλαμβάνουν πολυδιψία, πολυουρία, αυξημένη όρεξη και (στην περίπτωση του ΣΔ τύπου 1) απώλεια βάρους.

Κατάθλιψη σε ασθενείς με ΣΔ

Η κατάθλιψη αποτελεί τη συχνότερη (ακόμη και τριπλάσια αυτής του γενικού πληθυσμού) και σοβαρότερη ψυχιατρική επιπλοκή του ΣΔ. Επιπλέον, συχνά παραμένει αδιάγνωστη.

Η κατάθλιψη ευθύνεται για πλημμελή ρύθμιση του διαβήτη, αυξημένη συχνότητα επιπλοκών και περιορισμό της ικανότητας αυτοφροντίδας του ασθενή, και αντιστρόφως, η επιδείνωση του ΣΔ καθιστά την κατάθλιψη πιο ανθεκτική στην αντικαταθλιπτική θεραπεία. Επίσης, μελέτες δείχνουν ότι η κατάθλιψη μπορεί να αποτελέσει προάγγελο ή και προδιαθεσικό παράγοντα στην εμφάνιση του ΣΔ τύπου 2.

Τα κύρια συμπτώματα της κατάθλιψης είναι: καταθλιπτική διάθεση, απώλεια ενδιαφέροντος για ευχάριστες δραστηριότητες, μειωμένη ενεργητικότητα, σκέψεις θανάτου ή αυτοκαταστροφής, μειωμένη αυτοεκτίμηση, αίσθημα κόπωσης, δυσκολία στη συγκέντρωση και αίσθημα ενοχής, διαταραχές ύπνου και όρεξης (μείωση ύπνου/όρεξης στην τυπική κατάθλιψη, αύξηση στην άτυπη κατάθλιψη).

Η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της κατάθλιψης είναι εξαιρετικά σημαντική. Σε αντίθετη περίπτωση, δυσχεραίνεται η συμμόρφωση στον μακροχρόνιο έλεγχο που απαιτεί ο ΣΔ και επιδεινώνεται σταδιακά η νόσος, η οποία με τη σειρά της θα επιδεινώσει την κατάθλιψη, δημιουργώντας έναν ιδιαίτερα βλαβερό φαύλο κύκλο.

Η ψυχοθεραπευτική προσέγγιση (γνωσιακή και υποστηρικτική) είναι απαραίτητη, καθώς ο ΣΔ και η κατάθλιψη είναι παθήσεις με βαρύτατο σωματικό και ψυχολογικό φορτίο στην καθημερινή ζωή του ασθενή.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται ως προς την επιλογή των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων στους διαβητικούς, λαμβάνοντας υπόψη τις καρδιαγγειακές επιπλοκές του ΣΔ, καθώς και την παχυσαρκία στην περίπτωση του ΣΔ τύπου 2.

Κάποια από τα αντικαταθλιπτικά επηρεάζουν αρνητικά το μεταβολικό προφίλ, μέσω αύξησης της λιπιδαιμίας, της όρεξης και του σωματικού βάρους (όπως η μιρταζαπίνη), ενώ κάποια άλλα είναι καρδιοτοξικά (όπως τα τρικυκλικά, τα οποία επίσης αυξάνουν το σωματικό βάρος) και προκαλούν αρτηριακή υπέρταση (βενλαφαξίνη).

Επίσης, οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (όπως η παροξετίνη, η σιταλοπράμη, κ.α.) αντενδείκνυνται σε διαβητικούς με νευροπάθεια και στυτική διαταραχή, λόγω της σεξουαλικής δυσλειτουργίας που προκαλούν (η συχνότητα της οποίας αυξάνεται με την ηλικία και τη δόση του φαρμάκου, ενώ σε κάποιους ασθενείς, ιδίως τους νεότερους, αναπτύσσεται ανοχή μετά από λίγους μήνες).

Δρ. Δημήτριος Δημητριάδης, Ψυχίατρος, Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών

bot01bot02bot03